Το πολιτικό πλαίσιο συγκρότησης της Αντιεξουσιαστικής Κίνησης Salonika 2003

Το πολιτικό πλαίσιο συγκρότησης της Αντιεξουσιαστικής Κίνησης Salonika 2003 δεν αποτελεί την απόλυτη αλήθεια, το απαραίτητο ευαγγέλιο κάθε επαναστάτη. Είναι μια προσπάθεια πολιτικής απεύθυνσης στην κοινωνία, το άνοιγμα ενός διαλόγου με όλους όσους επιθυμούν την αντιπαράθεση με την εξουσία. Ενός διαλόγου που θέλουμε να διατηρήσουμε ζωντανό μέσα από ανοιχτές συνελεύσεις σε κάθε πόλη.
Ας οπλίσουμε τον διάλογο.

Θα είμαστε όλοι εκεί…

Όλοι οι δρόμοι οδηγούν στη Θεσσαλονίκη

Τον Ιούνιο του 2003 θα πραγματοποιηθεί στη Θεσσαλονίκη η τακτική σύνοδος κορυφής των κρατών-μελών της Ε.Ε.. Πίσω από τη βιτρίνα της δημοκρατικής συζήτησης των εκλεγμένων ηγετών, κρύβεται για άλλη μια φορά, η θεσμική κατοχύρωση αποφάσεων που έχουν παρθεί από πριν και που μετά διαφημίζονται ως καταστάλαγμα της ενωμένης βούλησης των λαών της Ευρώπης. Εδώ και πολύ καιρό η ιδεολογία του κοινού πολιτικού, οικονομικού και πολιτιστικού χώρου της Ευρώπης χρησιμοποιείται ως κάλυψη για την από τα πάνω επιβολή ενός εκσυγχρονισμένου πλαισίου εκμετάλλευσης και καταστολής χωρίς αναστολές και όρια. Το πρόβλημα δεν είναι προφανώς η διεθνοποίηση γενικά και αφηρημένα, αλλά η βάση στην οποία γίνεται. Ο κατάλογος των θεμάτων που θα συζητηθούν σύμφωνα με το πρόγραμμα είναι χαρακτηριστικός.

Πρώτα από όλα η τεχνοκρατική ηγεσία της Ευρώπης, έχοντας λάβει υπ’ όψιν τα συμπεράσματα και τις γνωμοδοτήσεις των οικονομολόγων, θα ασχοληθεί με την απαιτούμενη νέα ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων που θα έχει ως σκοπό την οριστική διάλυση του παλιού νομοθετικού πλαισίου και την απελευθέρωση της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής από τα εμπόδια των δεσμεύσεων των συμβάσεων και των οραρίων. Απέναντι στο φετίχ της οικονομικής ευρωστίας δεν έχουν καμιά σημασία οι πραγματικές θυσίες που θα πρέπει να καταβληθούν και οι όποιες ενστάσεις και διαμαρτυρίες μπορούν να παρακάμπτονται ως ξεπερασμένες από τις οικονομικές εξελίξεις, οι οποίες μπορούν να είναι καλές ή κακές ανεξάρτητα από τις συνέπειές τους για τους ανθρώπους.

Με την ίδια λογική ακολουθεί στην ατζέντα των συζητήσεων της συνδιάσκεψης το ζήτημα της κοινής μεταναστευτικής πολιτικής. Οι ευρωπαϊκές χώρες που θέλουν να διαφημίζουν τον εαυτό τους ως ανοιχτές, ανεκτικές, πολυπολιτισμικές κ.ο.κ. και να επεμβαίνουν όπου κρίνουν ότι θίγονται τα ανθρώπινα δικαιώματα, διαψεύδουν προκλητικά τα δικά τους λόγια, προωθώντας με όλο και πιο αυστηρά μέτρα τον οικονομικό και κοινωνικό αποκλεισμό των μεταναστών.

Αυτοί που πρώτα πλήρωσαν με την εργασία τους διπλά και τριπλά το τίμημα της ανάπτυξης πρέπει τώρα να πληρώσουν το τίμημα της κρίσης. Όταν η καταεκμετάλλευσή τους ως πάμφθηνης εργατικής δύναμης παύει να έχει πια τα αναμενόμενα αποτελέσματα ή όταν ζητούν κάτι περισσότερο από τον καθημερινό καταεξευτελισμό τους, τότε τα όμορφα λόγια για την κατάργηση των συνόρων σταματάνε και τον λόγο παίρνουν, όπως τον παλιό καλό καιρό, τα διαβατήρια.

Φαίνεται όμως ότι όλοι οι παλιοί αυτοί τρόποι ελέγχου δεν είναι αρκετοί. Αυτό θα είναι και το τρίτο θέμα της συνάντησης κορυφής στη Θεσσαλονίκη. Η οικονομική και πολιτική ομοιογένεια θα πρέπει να στηριχτεί με ένα εξίσου ισχυρό και αποτελεσματικό δίκτυο αστυνόμευσης και καταστολής. Ο φιλελευθερισμός δεν έχει ανάγκη από ελευθερία. Με πρόσχημα το σλόγκαν του «κινδύνου της τρομοκρατίας», που για την αντιμετώπιση του μπορούν να δικαιολογηθούν τα πάντα, καταστρατηγούνται ακόμη και αυτά τα αστικά δικαιώματα και θεσμοθετείται ένα ασφυκτικό πλαίσιο ελέγχου και ποινικοποίησης κάθε αντίστασης και διαφωνίας. Η πρόσφατη σειρά συλλήψεων και απειλών που τα κρατικά όργανα εκσφενδονίζουν με τη συνεργασία των Μ.Μ.Ε. εναντίον προσώπων, κοινωνικών ομάδων και της κοινωνίας στο σύνολο της εντάσσεται στο πλαίσιο αυτό. Η Ευρώπη μεταβάλλεται σε φρούριο απέναντι στους ξένους και απέναντι στον ίδιο της τον εαυτό.

Η διεθνής μορφή που αποκτά με αυτούς τους τρόπους ο ολοκληρωτισμός δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με την οργάνωση της αντίστασης σε εθνικό μόνο επίπεδο.

Παράλληλα με την κριτική στις κίβδηλες φιλελεύθερες προτάσεις, είναι αναγκαία και η υποψία απέναντι σε όσους, με περισσή αντιφιλελεύθερη μανία, προτείνουν διάφορα αντίδοτα εισπράττοντας παράλληλα τα εύσημα της αντίστασης. Και πάλι διακρίνονται δυο βασικές αρχές επιχειρηματολογίας. Η πρώτη, πιο ήπια και ασφαλώς δημοφιλέστερη καθώς οι φορείς της είναι από καιρό υψηλά στελέχη κρατικών, κομματικών και άλλων δημοσίων θεσμών, χωρίς να αμφισβητεί ριζικά τις τρέχουσες οικονομικές διεργασίες, επιμένει στη συγκρότηση μηχανισμών προφύλαξης από τους ανεξέλεγκτους κινδύνους της παγκόσμιας αγοράς. Αν για τους προηγούμενους λέξη κλειδί είναι η ελευθερία, για αυτούς γίνεται η ασφάλεια. Αν η πρώτοι είναι οπαδοί του άκρατου φιλελευθερισμού, οι τελευταίοι αναδεικνύονται σε υπέρμαχους των αρετών του κοινωνικού κράτους και σε τηρητές των λεγομένων κεκτημένων των εργαζομένων. Με προτάσεις που φτάνουν από τη θέσπιση του διαλόγου, την προώθηση της δημοκρατικής παιδείας, την επιβολή φορολογίας στη διακίνηση του κεφαλαίου ως τη συγκρότηση οικονομικών οργανισμών με κοινωνικά κριτήρια μπορεί να μην είναι πάντα όμοιοι με τις εκκλησίες και τις φιλανθρωπικές οργανώσεις, που ζητούσαν από την ομάδα των οκτώ την παραγραφή του 100% αντί του 40% των χρεών, συχνά ωστόσο θυμίζουν επικίνδυνα πολύ τα πρόσωπα αυτών που οι ίδιοι κατηγορούν με μένος. Η διαταραχή των κατεστημένων εργασιακών σχέσεων, η δραστική μείωση των κοινωνικών παροχών, η αύξηση της ανεργίας και η αποδιάρθρωση του ασφαλιστικού συστήματος αποτελούν σίγουρα συνέπειες φιλελεύθερων επιλογών, συνυφασμένων με τον τρόπο που πραγματώνεται σήμερα η παγκοσμιοποίηση.

Εξίσου αληθινό όμως είναι ότι οι κοινωνικές ρυθμίσεις του παρελθόντος, για τις οποίες η σοσιαλδημοκρατία τόσο υπερηφανεύεται, όχι μόνο δεν έθεσαν προοδευτικά τέρμα στην κυριαρχία του κεφαλαίου, αλλά, λειτουργώντας άλλοτε ως δόλωμα και άλλοτε ως μέτρα πρόληψης επαναστάσεων, έθεσαν τις βάσεις της αναπαραγωγής του κεφαλαίου κατά το μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα και προετοίμασαν την πρόσφατη αντεπίθεση του φιλελευθερισμού. Δεν είναι τυχαίο ότι οι υπέρμαχοι ανάλογων απόψεων με πρόσχημα την αντίδρασή τους στη λογική της αναγκαστικής επιλογής που χρησιμοποιείται από τους θιασώτες της ελεύθερης αγοράς, το μόνο που ενδιαφέρονται να δείξουν είναι ο ρεαλιστικός χαρακτήρας των εναλλακτικών τους, με άλλα λόγια τη βιωσιμότητα του κεφαλαίου και του κράτους και χωρίς φιλελεύθερες «ακρότητες». Για μια ακόμη φορά σκοπεύουν να λειτουργήσουν ως εκτόνωση της κοινωνικής αναταραχής που με κάθε τρόπο θα πρέπει να συνεχίσει να διοχετεύεται στα γνωστά ακίνδυνα κανάλια.

Το δίλημμα που θέτει η παγκοσμιοποίηση δεν μπορεί να είναι αυτό μεταξύ λιγότερου και περισσότερου κράτους, λιγότερης και περισσότερης οικονομικής προστασίας, λιγότερης και περισσότερης εξαθλίωσης και εκμετάλλευσης, αλλά εκείνο ανάμεσα στον εγκλωβισμό και την απόρριψη παρόμοιων ψευδοαντιθέσεων. Αυτό όμως είναι αδύνατον όσο κανείς στο πνεύμα των οικονομολόγων της μιας ή της άλλης πτέρυγας αναζητά τους πιο έγκυρους νόμους της οικονομικής ζωής και αμφιταλαντεύεται μεταξύ διαφορετικών προγραμμάτων διαχείρισης. Ζητούμενη δεν είναι η διαχείριση του συστήματος, κάποιου είδους κοινωνικό συμβόλαιο, αλλά η καταστροφή του.

Παρ’ όλες τις φανφάρες τους η ιστορία εξακολουθεί να κινείται. Η κίνηση αυτή μάλιστα δείχνει να έχει τις ρίζες τις και σε έντονες διεργασίες που συντελούνται στο εσωτερικό των καπιταλιστικών δομών. Για να δώσουμε στη δική μας προσπάθεια την ουσία μιας κίνησης οφείλουμε να έχουμε στο μυαλό μας ένα περίγραμμα των διεργασιών αυτών.

Παρακολουθούμε την αποσύνθεση του κράτους πρόνοιας και δικαίου που ως στυλοβάτες του μεταπολεμικού μοντέλου διαχείρισης έχουν από καιρό χάσει τη χρησιμότητά τους. Ο διαφωτισμός ως ρεύμα σκέψης της Γαλλικής επανάστασης που στοίχειωσε την αστική κοινωνία, έχει πεθάνει και μαζί της κάθε ανάγκη της εξουσίας να κλείνει συμβόλαια με την κοινωνία. Μόνο ατομικά συμβόλαια είναι δεκτά από εδώ και πέρα.

Τώρα που το νέο περιβάλλον της παραγωγής ξορκίζει κάθε αναδιανεμητική λογική στον χλευασμό του ανέφικτου, τώρα που κραυγάζουν μπροστά στα μάτια μας τα κέρδη τους και η εξαθλίωσή μας, τώρα παίρνουν τις αποφάσεις τους πίσω από σιδερένιες ζώνες, σε οχυρά, τώρα στήνουν βήμα-βήμα την αστυνομοκρατούμενη δημοκρατία. Ο φόβος γίνεται και πάλι το κύριο όπλο αποτελεσματικής συσπείρωσης γύρω από την εξουσία. Η κοινωνία σοκαρισμένη στη γωνία της ατομιστικής μοναξιάς της, παρακολουθεί αμήχανα να της συντρίβουν κάθε δικαίωμα χωρίς καμιά δικαιολογία. Τίποτα από όσα έταξε ο καπιταλισμός δεν ευοδώθηκε. Αντίθετα εκ νέου και με ιδιαίτερη ένταση μας κατακλύζουν πόλεμοι, πείνα, εξαθλίωση. Η Αργεντινή δείχνει ως η εικόνα του μέλλοντός μας. Τίποτα δεν μας ανήκει. Το νερό, ο χρόνος, ο έρωτας, η ίδια η ζωή τείνουν να καταστούν ανταλλάξιμα αγαθά-εμπορεύματα. Η διάχυτη απογοήτευση, η πλήρης αποξένωση δεν έχουν διέξοδο. Είναι μέρος της σιωπής του καταναλωτή.

Όσο όμως η πολιτική κυριαρχία του κεφαλαίου δεν βρίσκει όραμα, στόχους και δείχνει απλώς να διαχειρίζεται το χρόνο και το κέρδος προσμένοντας στη διατήρηση της παθητικότητας, τόσο πιο σίγουρα θα διώκεται κάθε παράδειγμα προς την αντίθετη κατεύθυνση. Κάθε φωνή αντίστασης οφείλει να πνίγεται εν τη γενέσει της. Χτίζουν και θωρακίζουν την εξουσία τους μακριά και ενάντια στην κοινωνία. Το νομοθετικό πλαίσιο της παγκοσμιοποιημένης καταστολής διευρύνεται μέχρι το επίπεδο της σκέψης. «Ή με αυτούς ή με εμάς». Το κυρίαρχο δίλημμα της εξουσιαστικής λογικής είναι πλέον μέτρο για κάθε κράτος. Εδώ, στο όνομα της αντιτρομοκρατικής υστερίας, το ελληνικό κράτος διευρύνει τους όρους αποδοχής και συναίνεσης μέχρι την άκρα αριστερά. Αυτή η ιδιότυπη σιωπή πρέπει να σπάσει.

Υποθέσεις περί «τρομοκρατίας» και εμείς

Ένας ολόκληρος ιστορικός και πολιτικός κύκλος κλείνει αυτή την περίοδο με τη σύλληψη και καταρχήν προφυλάκιση των υπόπτων ως μέλη της 17Ν. Το καθεστώς, απαλλαγμένο πλέον επιτέλους από τους εφιάλτες και τις ενοχές του, μέσα από την επιβεβαίωση της ισχύος του, θριαμβολογεί. Όμως δεν θριαμβολογεί μόνο του. Μαζί του ένας αηδιαστικός συρφετός από αριστερούς και δεξιούς, ροζ και προοδευτικούς, πρώην και νυν «αγωνιστές», μαθητευόμενους πράκτορες και ρουφιάνους δημοσιογράφους, μαζί με την CIA, την ΚΥΠ και την Scotland Yard συγκροτούν το μέτωπο του Δημοκρατικού ολοκληρωτισμού.

Ο ένοπλος αγώνας και η πολιτική βία, όσο και να διαφωνεί κάποιος, είναι και αποτέλεσμα του ταξικού αγώνα και του αγώνα της κοινωνικής απελευθέρωσης. Η 17Ν αποτέλεσε μια ένοπλη επιλογή. Δίπλα στις άοπλες όχι όμως μη βίαιες, συμπληρωματικά ή ανταγωνιστικά, η φανερή ανεπάρκειά της δεν ήταν και δεν είναι άσχετη με τη ανεπάρκεια των άοπλων επιλογών, παρόλο που οι τελευταίες πλασάρονται σαν ιδανικές.

Όσο και να διαφωνεί κάποιος -και εμείς έχουμε λόγους να διαφωνούμε, λόγους που έχουν να κάνουν με το ίδιο το εγχείρημα της κοινωνικής απελευθέρωσης και τις επιλογές αντίστασης- οι κρατούμενοι ως ύποπτοι για μέλη της 17Ν είναι από κάθε άποψη και ιδεολογική θέση πολιτικοί κρατούμενοι και σαν τέτοιους θα τους υπερασπιστούμε.

Η προσπάθεια γενικευμένης απαξίωσης και διασυρμού που επιχειρείται να τους παρουσιάσουν σαν κοινούς δολοφόνους και ληστές που λειτουργούσαν με ιδιοτελή κριτήρια, αλλά και η απομόνωσή τους στα λευκά κελιά του Κορυδαλλού, μας εξεγείρει όχι μόνο για αυτούς, αλλά πιστεύουμε πως αυτές οι συνθήκες αποτελούν πρόκριμα στο μέλλον για όλους τους πολιτικούς αντιπάλους του καθεστώτος. Η 17Ν αποτέλεσε έναν ένοπλο αντίπαλο του καθεστώτος και σαν τέτοια πρέπει να αντιμετωπιστεί και να αναγνωριστεί.

Ανάμεσα στις ιστορικές γραμμές ταύτισης ή απαξίωσης της ένοπλης πάλης ή ατομικής βίας, υπάρχει η σημερινή γραμμή σύνθεσης και διαχωρισμού του κοινωνικού κινήματος αντίστασης και ανατροπής, με δικές του θέσεις-αντιλήψεις και μεθόδους πολιτικού αγώνα και κοινωνικής βίας. Μια βία που έχει τελευταίως αναβαθμιστεί και θεσμικά κυρίως μέσω του τρομονόμου, αλλά και με την ενεργοποίηση όλων των διατάξεων που υπάρχουν στο νομικό οπλοστάσιο του κράτους. Έτσι, οι δολοφονίες μεταναστών βαπτίζονται τυχαίες εκπυρσοκροτήσεις, τα εργατικά ατυχήματα πλημμεληματικές παραβάσεις και η παραβατικότητα των νεολαίων γίνεται θανατική τους καταδίκη, όπως στα τελευταία συμβάντα πέρυσι στο Ζεφύρι και φέτος στη Γλυφάδα.

Η Παγκοσμιοποίηση της αντίστασης

Το πολύχρωμο-πολύβουο πλήθος ενάντια στην παγκοσμιοποίηση είναι μια ευκαιρία καθώς μέσα από τις αδυναμίες του προβάλουν οι δυνατότητές του. Αν όμως θέλουμε να δώσουμε χρώμα στο γκρίζο τοπίο, να σπάσουμε το κλίμα αδυναμίας, συναίνεσης, να δώσουμε διέξοδο στην οργή και την απογοήτευση όλων όσων πλήττονται βάναυσα σε καθημερινό επίπεδο, πρέπει να έχουμε ένα ξεκάθαρο στίγμα. Το μπλοκ μας πρέπει να εκπέμπει ένα πολιτικό μήνυμα και αυτό δεν μπορεί να είναι άλλο από ένα αντικαπιταλιστικό-αντιεξουσιαστικό μήνυμα που θα βγαίνει από κάθε πράξη και λόγο. Σε αντίθεση με τα συνθήματα περί αντινεοφιλελευθερισμού και κοινωνίας των πολιτών που ζητούν μια νέα διαχείριση, οφείλουμε να μιλήσουμε στη βάση ότι δεν θέλουμε να διαχειριστούμε το ήδη υπάρχον, αλλά να αλλάξουμε τους συσχετισμούς εκ βάθρων. Πρέπει να δείξει το μπλοκ μας ότι μπορεί να υπερασπιστεί τη δυνατότητα των μειοψηφιών να διαμορφώνουν τους όρους της πραγματικότητας και να υλοποιούν πολιτικές ρήξεις. Η δυνατότητα αλλαγής αυτού του κόσμου δεν μπορεί να απονομιμοποιηθεί. Η αντίσταση, η δράση μας πρέπει να παράγει ηθική και όρους διαχείρισης του χώρου και του χρόνου από την πλευρά του ανθρώπου. Η πραγμοποίηση πρέπει να έχει αντίλογο.

Όσο ξεκάθαρο πρέπει να είναι το μήνυμα, άλλο τόσο ξεκάθαρο είναι ότι αυτό πρέπει να διαχυθεί στην κοινωνία. Μέσα από εκδηλώσεις κάθε μορφής, με κάθε πρόσφορο μέσο, από σήμερα οφείλουμε να κάνουμε το σύνολο της κοινωνίας κοινωνό του λόγου μας. Πρέπει να δείξουμε ότι υπάρχουν άνθρωποι που δεν αποδέχονται τους όρους του παιχνιδιού, ότι εφικτό είναι αυτό που θα πούμε εμείς. Στο σημερινό καταθλιπτικό τοπίο θα κάνει καλό σε έναν ολόκληρο κόσμο η εικόνα της ολικής ρήξης με θεσμούς και όρια που θα επιδείξουμε. Σε κάθε χώρο σε κάθε δραστηριότητα να είμαστε παρόντες προβάλλοντας τον αντίλογο στη εξουσία στο σύνολό της. Η μάχη είναι κρίσιμη. Πρέπει να μην αυτοπεριχαρακωθούμε σε κανένα στενό πλαίσιο, ούτε να ξαναγίνουμε το θεαματικό συμπλήρωμα του λόγου μια «μαχητικής» σοσιαλδημοκρατίας, πράγμα το οποίο συντελείται ήδη με την πρωτοβουλία της καθεστωτικής και μη αριστεράς, που προσπαθεί να οριοθετήσει το διεθνές αυτό κίνημα διαμέσου του Ευρωπαϊκού Φόρουμ, να το ελέγξει και να το καθοδηγήσει σε ακίνδυνους ατραπούς και τελικώς να το αφομοιώσει. Αυτός είναι και ο σύγχρονος ιστορικός ρόλος της αριστεράς, ρόλος που της διασφαλίζει ένα μικρό κομμάτι πολιτικής ύπαρξης στα πλαίσια του συστήματος, δίπλα στη σοσιαλδημοκρατία.

Το ευρύτερο κοινωνικό κίνημα αντίστασης, αυτόνομα και ανεξάρτητα, καλείται όχι μόνο να σηκώσει το βάρος της αντιπαράθεσης και της ρήξης με τις δυνάμεις του διεθνοποιημένου κεφαλαίου, αλλά και να δηλώσει με την παρουσία του την προοπτική συγκρότησης ενός πολυεπίπεδου μαζικού αντικαθεστωτικού κινήματος.

Το ξεπέρασμα των ιστορικά χρεοκοπημένων αντιλήψεων και πρακτικών και η ήττα των παραδοσιακών μορφών οργάνωσης που κάποτε είχαν την κηδεμονία του κινήματος, έχουν δημιουργήσει τις συνθήκες εκείνες που κάνουν τον ανατρεπτικό-αντικαπιταλιστικό-αντιεξουσιαστικό λόγο σήμερα περισσότερο επίκαιρο.

Αρκεί να αντιληφθούμε τις νέες οργανωτικές και πολιτικές ανάγκες της κοινωνίας και ειδικότερα της κοινωνίας που αντιστέκεται. Ο αναρχικός και ο ευρύτερος αντιεξουσιαστικός χώρος δεν είναι και δεν θα μπορούσε άλλωστε να είναι μια συγκεκριμένη ιδεολογική κατασκευή. Γιατί αυτός ο χώρος ήταν πάντα δέκτης ριζοσπαστικών ιδεών, προτάσεων, ακόμα και πειραμάτων. Ήταν πάντα ένα κομμάτι του ευρύτερου κινήματος αντίστασης, προσπαθώντας να το μπολιάσει με τις ιδέες του και να πάρει απ’ αυτό.

Στην ιστορία του το κίνημα αυτό συνδέθηκε με αυτά τα τμήματα της κοινωνίας που αγωνίζονται ενάντια στους αστικοποιημένους θεσμούς, αλλά και έξω από τα θεσμοθετημένα όργανα. Συνδέθηκε με τη ριζοσπαστική νεολαία, με τα ελευθεριακά κινήματα της μεταπολίτευσης, με τους ανένταχτους αγωνιστές από το εργατικό κίνημα, με τα κινήματα για τις φυλακές και της άρνησης στράτευσης, με το κίνημα για τα κοινωνικά δικαιώματα και την υπεράσπιση πολιτικών κρατούμενων. Αγωνίστηκε με πείσμα ενάντια στην αστυνομοκρατία και την καταστολή. Βρέθηκε δίπλα στο κίνημα των καταλήψεων και στο ριζοσπαστικό οικολογικό χώρο.

Με τον ίδιο τρόπο πρέπει να αναζητήσει τους σύγχρονους πυρήνες αντίστασης μέσα στην κοινωνία. Να συνδεθεί με τις πιο ριζοσπαστικές φωνές και, δρώντας έξω από τα θεσμοθετημένα όργανα, να δημιουργήσει μέτωπα ενάντια στο νέο επεκτατισμό των κυρίαρχων δυνάμεων (Η.Π.Α.-Ε.Ε.), ενάντια στην κρατική καταστολή και τρομοκρατία και τέλος ενάντια στο κεφάλαιο, προωθώντας μορφές αυτοοργάνωσης στους χώρους δουλειάς και προτάσσοντας νέες λογικές και αντιλήψεις γι’ αυτά τα χαρακτηριστικά του εργατικού κινήματος και τις μορφές πάλης.

Στο δια ταύτα, όλο αυτό πρέπει να έχει ως συμπύκνωση το σπάσιμο της κόκκινης γραμμής. Ως σύμβολο απαγόρευσης και επιβολής, ως μέρος μιας στρατικοποίησης που είναι ήδη εδώ, ως μήνυμα ολικής αντίστασης. Μια σταθερή σχέση με την κοινωνία μπορεί να οικοδομηθεί στη βάση της έμπρακτης εναντίωσης στα σχέδια και τις επιδιώξεις, στην αλαζονεία των κρατούντων. Η περιχαράκωσή τους μας δίνει τη δυνατότητα για επίθεση σε μια στιγμή συνεχούς υποχώρησης.

Δε φτάνει όμως αυτός ο στόχος -αυτή η διάθεση. Πρέπει το σύνολο των ενεργειών μας να συνάδουν και να αποπνέουν το νέο. Να κάνουμε όσους μας πλησιάζουν να αντιληφθούν ότι δεν ήρθαν να εκτελέσουν τα ήδη αποφασισμένα. Ήρθαν να συνδιαμορφώσουν, να μπουν σε ένα ζωντανό διάλογο ρήξης με την εξουσία. Να ανοίξουμε το παιχνίδι δίνοντας την εικόνα συνεχών συνελεύσεων, την εικόνα ζώντος οργανισμού. Το έχουμε όλοι ανάγκη. Επίσης είναι προς ενδυνάμωση του μπλοκ η προσπάθεια δημιουργίας σταθερού χώρου αναφοράς, η προσπάθεια δημιουργίας ενός πλέγματος που να αναδίδει κύρος, από γιατρούς, νομικούς, ένα κέντρο αντιπληροφόρησης.

Είναι ευκαιρία να δημιουργήσουμε τον χώρο της ρήξης ως κοινωνικό χώρο δράσης. Να κάνουμε εμφανές ότι δεν υπάρχει μια φωνή μια σκέψη μια πολιτική μια ηθική. Είναι επίσης ευκαιρία να είναι αυτό το μπλοκ το πρόπλασμα για τις μάχες που έρχονται το 2004.

Ας δώσουμε μια ανάσα στην αντίσταση.

Comments are closed.