Η τοπική αυτοδιοίκηση στην Ελλάδα – Εκλογές

Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, εδραιώθηκε ως αντίληψη πως η ελληνική εκδοχή της οικονομίας της αγοράς δεν εξυπηρετούνταν πλέον από το σύστημα των διάσπαρτων δήμων και κοινοτήτων, μικρών και μεγάλων σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια. Η κυρίαρχη αντίληψη, αυτή του κρατικού εκσυγχρονισμού του σημιτικού ΠΑΣΟΚ, θεωρούσε τα κονδύλια του κεντρικού κράτους που απαιτούνταν από τις χιλιάδες δήμους και κοινότητες για τη συντήρηση ως πρόσκομμα για την περίφημη «ανάπτυξη», μια έννοια που μας απασχολεί έντονα είτε σε σχέση με την πόλη και την αυτοδιοίκηση είτε ως κεντρική φαντασιακή σημασία γύρω από την οποία οργανώνεται η παραγωγή και το κράτος στον καπιταλισμό.

Ας επιστρέψουμε όμως στα μέσα προς τέλη της δεκαετίας του 1990.

Τότε διαμορφώνεται και εν τέλει γίνεται νόμος του κράτους το περίφημο σχέδιο «Καποδίστριας», για να ολοκληρωθεί και να εφαρμοστεί πλήρως μέχρι τις αρχές της πρώτης δεκαετίας του 2000. Κεντρική στόχευση του προγράμματος «Καποδίστριας» υπήρξε η συρρίκνωση των μικρών δήμων και κοινοτήτων με πλήθος συνενώσεων και η συγκέντρωση της πολιτικής εξουσίας και της κοινωνικής ζωής σε μεγάλα διαμερίσματα. Η κατάλυση κάθε έννοιας κοινότητας ως κέντρο των αποφάσεων για τον πολίτη ακολούθησε την ευρωπαϊκή πολιτική για συρρίκνωση του παραγωγικού αγροτικού κόσμου και τη μετατροπή της παραδοσιακής αγροτικής οικονομίας σε μια τεχνοκρατική οικονομία των εταιρειών για τον απόλυτο έλεγχο του πρωτογενούς τομέα, για τον απόλυτο έλεγχο της διατροφής.

Η τυφλή πίστη στην «ανάπτυξη» της λεηλασίας του φυσικού και κοινωνικού πλούτου, η πίστη στη θεότητα του χρήματος και της αγοράς, έσυρε τους πάντες τότε, δεξιούς και αριστερούς στην υπεράσπιση του νέου σχεδίου λειτουργίας του πολιτικού συστήματος, του σχεδίου «Καποδίστριας». Ωστόσο, αποδείχθηκε ελλιπές για την επίτευξη των αναπτυξιακών στόχων και τη συμπόρευση με το δυτικοευρωπαϊκό υπόδειγμα.

Έτσι, μία δεκαετία περίπου αργότερα, το 2010 συγκεκριμένα, ψηφίζεται το πρόγραμμα «Καλλικράτης», μια νέα αρχιτεκτονική της αυτοδιοίκησης και της διοικητικής διαίρεσης της ελληνικής επικράτειας. Με πρόσχημα την κατ’ επίφαση δημόσια διαβούλευση και λέξεις όπως συμμετοχή, τοπικά συμβούλια, αποκέντρωση οι οποίες ήταν στη μόδα την εποχή διακυβέρνησης Γιώργου Παπανδρέου, η κυβέρνηση προώθησε τον «Καλλικράτη», τη μεγαλύτερη επιχείρηση διάσωσης του πολιτικού συστήματος μέσα από την κατάργηση της έστω αφυδατωμένης και προσχηματικής τοπικής αυτοδιοίκησης.

Όπως σήμερα γνωρίζουμε πολύ καλά, το πολιτικό σύστημα δεν βίωνε την περίοδο εκείνη αλλά και σήμερα μόνο οικονομική «κρίση», αλλά και γενικότερη κρίσης ισχύος, κρίση της κοινωνικής νομιμοποίησής του, κρίση εμπιστοσύνης από πλευράς της κοινωνίας. Με το μυαλό στα ευρωπαϊκά κονδύλια και με βλέψη την αναδιανομή τους, για το «ανακάτεμα της τράπουλας» σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο, σχηματίστηκε και προωθήθηκε ο Καλλικράτης ώστε να διευρυνθεί γεωγραφικά η ισχύς της κεντρικής εξουσίας και κυρίως να ταυτιστεί απόλυτα η κρατική διαχείριση των κοινών με την πολιτική.

Ταυτόχρονα, ισχυροποιήθηκαν οι τοπικές και περιφερειακές ελίτ, το περίφημο πολιτικό προσωπικό, ώστε ασύδοτα από κοινού με τα επιχειρηματικά συμφέροντα να κερδοσκοπήσουν ασύδοτα εις βάρος της κοινωνίας, να αφαιρέσουν τον πλούτο που παράγει η κοινωνία.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως ο ίδιος ο Γιώργος Παπανδρέου, μετά την ανακοίνωση της οικονομικής κατάρρευσης του ελληνικού κράτους και την προσφυγή στο ΔΝΤ, δήλωνε ότι η εφαρμογή του σχεδίου «Καλλικράτης» είναι πιο σημαντική και από αυτή ακόμη την εφαρμογή του μνημονίου για την ελληνική οικονομία. Αποτελεί, είπε και έτσι ήταν, τη βάση των διαρθρωτικών αλλαγών που το ελληνικό πολιτικό σύστημα χρειαζόταν για να διασωθεί. Και κατ’ επέκταση, να διασωθεί η ελληνική οικονομία.

Πέρυσι, με τον νόμο 4555/2018 η αριστερή κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ επιχείρησε τη δική της συμβολή στο θεσμικό πλαίσιο της τοπικής αυτοδιοίκησης. Το όνομα του σχεδίου «Κλεισθένης», καθώς περισσεύουν οι σπουδαίοι άνδρες στην ελληνική πολιτική ελίτ.

Η μεγάλη καινοτομία την οποία επέφερε το νέο νομοθέτημα και για την οποία έγινε πολύς ντόρος στον δημόσιο λόγο είναι η καθιέρωση του εκλογικού συστήματος της απλής αναλογικής στις περιφερειακές και δημοτικές εκλογές, σε μια προσπάθεια να εμβαπτιστεί η διαιώνιση του παλιού με μια εσάνς δημοκρατίας και συμμετοχής.

Μία δεύτερη καινοτομία μοιάζει εκ πρώτης όψεως η δυνατότητα κήρυξης δημοτικών ή περιφερειακών δημοψηφισμάτων, τα οποία όπως αναφέρει ο νέος νόμος μπορεί να προκηρύσσονται για κάθε θέμα εκτός από για κάθε θέμα, εκτός από ζητήματα σχετικά με την εθνική ασφάλεια, την εξωτερική πολιτική, τη μεταναστευτική πολιτική, την ερμηνεία και εφαρμογή διεθνών συνθηκών, ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης και λατρείας ή τη θεσμική οργάνωση όλων των γνωστών θρησκειών. Επίσης, δημοψήφισμα δεν προκηρύσσεται για θέματα δημοσιονομικής διαχείρισης του οικείου Ο.Τ.Α., επιβολής τελών, ανακαθορισμού του αριθμού και των ορίων των δήμων, των κοινοτήτων, των περιφερειών και των περιφερειακών ενοτήτων της χώρας.

Ωστόσο, όπως και με τα προηγούμενα δύο σχέδια, έτσι και με το πρόγραμμα «Κλεισθένης», βασική λογική του κεντρικού κράτους σε σχέση με το αποκεντρωτικό σύστημα και την τοπική αυτοδιοίκηση παραμένει η συγκέντρωση της πολιτικής εξουσίας σε κέντρα απομακρυσμένα από τους πολίτες και η αναδιάταξη του χώρου σύμφωνα με τις ανάγκες της κυβερνησιμότητας.

Για να περάσουμε στο ζήτημα της πόλης, οι ίδιες οι μεγαλουπόλεις, στις οποίες σήμερα ζει το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας, έχουν σχεδιαστεί σύμφωνα με τις κυρίαρχες αξίες και αντιλήψεις. Βρίσκονται διασκορπισμένες, οι κάτοικοί τους ζουν σε απομονωμένες ιδιωτικές πολυκατοικίες, σε μακρινή απόσταση από τους χώρους εργασίας και τις περιοχές της αγοράς, κάνοντας βόλτες μόνοι τους στα ιδιωτικά τους αυτοκίνητα. Αυτό το μοντέλο της αστικής επέκτασης εξαπλώνεται γοργά σε όλο τον κόσμο. Όπως είναι άλλωστε ευρέως γνωστό, ο αστικός πληθυσμός έχει ξεπεράσει τα τελευταία χρόνια σε παγκόσμιο επίπεδο τον αγροτικό.

Μιλώντας για το παράδειγμα της Αθήνας, μπορούμε να παρατηρήσουμε τα εξής.

Τεμαχισμός και διάλυση της αστικής ζωής

Από τη μία πλευρά, έχουμε το μητροπολιτικό κέντρο που δέχεται διάφορες πιέσεις. Βίαιη τουριστικοποίηση, Airbnb, επέκταση του κερδοσκοπικού κεφαλαίου σε κάθε υποψία δημοσίου χώρου, σχέδια αστικών αναπλάσεων που συνήθως δεν υλοποιούνται καν ή υλοποιούνται άγαρμπα και ημιτελώς.

Από την άλλη, έχουμε ζωνοποιημένες περιοχές προαστιακής αμιγούς κατοικίας, εκεί που απέδρασαν οι ευκατάστατοι Αθηναίοι τις προηγούμενες δεκαετίες και περιοχές με σημαντικούς αναξιοποίητους χώρους, είτε πρόκειται για παλιές βιομηχανίες και βιοτεχνίες, μεγάλες αποθήκες και κενά οικόπεδα, τα οποία φυσικά το κράτος δεν αποδίδει στην κοινωνία αλλά προτιμά να παραμένουν δεσμευμένα στο απόλυτο τίποτα.

Φυσικά, δεν πρόκειται απλώς για αστικά ή πολεοδομικά κενά που μπορεί να δημιουργούνται λόγω εγκατάλειψης ή κατάρρευσης των κτιρίων. Πρόκειται για αυτό που ονομάζουμε αστικές ερήμους που συνεχώς διευρύνονται από τον εξευμενισμό και το Aibnb με συνέπεια την έλλειψη αστικής ζωής, ακόμη και όταν αυτή η αστική ζωή ήταν περιορισμένη σε έναν μόνο τομέα των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, την παραγωγή. Φυσικά δεν θα είχε κανένα νόημα η επιστροφή στην παλαιότερη χρήση των εγκαταλειμμένων βιομηχανικών κτιρίων ή γενικότερα αστικών περιοχών που πέρασαν στην εγκατάλειψη. Επρόκειτο σαφώς για ένα κομμάτι του αστικού οικοσυστήματος που διαλύθηκε και στη θέση του δημιουργήθηκε η αστική έρημος με την έννοια της απουσίας αστικής ζωής.

Απουσία αστικής ζωής, άλλωστε, δεν έχουμε μόνο σε εγκαταλειμμένες περιοχές, αλλά και σε κατοικημένες, και αυτό αποτελεί τη δεύτερη εκδοχή της αστικής ερήμου.

Άλλωστε, ανεξάρτητα από τον χωροταξικό σχεδιασμό μιας πόλης ή μιας αστικής περιφέρειας όπως είναι η Αθήνα, οι άνθρωποι οι ίδιοι είναι αυτοί που δίνουν στην πράξη σε μία περιοχή τον χαρακτήρα της αμιγούς κατοικίας.

Αυτές οι κάπως κοινότοπες διαπιστώσεις συγκροτούν εντελώς συνοπτικά ένα τοπίο γύρω από την πόλη και το ζήτημα της τοπικής αυτοδιοίκησης, πριν οι κομματικές παρατάξεις διεκδικήσουν με βαριεστημένες αναλύσεις και προτάσεις ένα μέρος από την πίτα ενός μικρότερου ή μεγαλύτερου δήμου, μιας περιφέρειας.

Η Αριστερά, έστω κι αν διαφώνησε μερικές φορές (αλλά συμμετείχε), διεκδίκησε επί «Καποδίστρια» και «Καλλικράτη», πόσο μάλλον σήμερα που η ίδια διαμορφώνει τον αυτοδιοικητικό χάρτη ως κυβερνώσα Αριστερά, τη δημοτική εξουσία για ίδιον όφελος, όπερ σημαίνει μερίδιο συμμετοχής στον κρατικό μηχανισμό, εξασφάλιση της κομματικής ύπαρξης (έστω διαιρεμένη), πράγμα που σημαίνει την εξασφάλιση της κρατικής επιχορήγησης για τη διατήρηση των μηχανισμών της, τη συμμετοχή στη διανομή του πλούτου με τους όρους της οικονομίας της αγοράς, την ανάδειξη των δικών της προσώπων και στελεχών στην κυβερνητική εξουσία, όπου θα φροντίζουν ΓΙΑ την κοινωνία.

Το ίδιο κάνουν και η Δεξιά και η Κεντροδεξιά και η Κεντροαριστερά, αυτοί βεβαίως χωρίς καμία επίφαση.

Όμως στην εποχή μας ό,τι πραγματικά πολιτικό συμβαίνει στην κοινωνία, συμβαίνει ΑΠΟ την ίδια την κοινωνία, όχι ΓΙΑ αυτήν, ενώ δεξιά και αριστερά επιμένουν να θέλουν να τη «φροντίζουν», να μιλούν και να πράττουν στο όνομα τους.

Με αυτό κατά νου παρουσιάζει, κατά τη γνώμη μας, μεγάλο ενδιαφέρον η δυνατότητα κοινωνικής και πολιτικής δικτύωσης για την πόλη και τα αστικά κοινά που θα αντιμετωπίζει το ζήτημα με έναν ολιστικό τρόπο και θα το συνδέει με το ζήτημα της πολιτικής απόφασης και της κοινωνικής αλλαγής. Μία πολιτική που θα μπορεί να απευθύνεται με συνεκτικό και τεκμηριωμένο λόγο στην κοινωνία αλλά και να επιχειρεί στο σήμερα την παρέμβαση στον αστικό ιστό, στις πόλεις μας, με κύριο γνώμονα την αναδημιουργία του δημοσίου χώρου. Μια κίνηση που θα συμπυκνώνει και θα ενοποιεί με έναν σύγχρονο λόγο τις εμπειρίες και τη γνώση δεκαετιών των κινημάτων πόλης. Με έναν λόγο που θα είναι όπλο των επερχόμενων αφορμαλιστικών αναστατώσεων.

Συνοπτικά, κάποιοι άξονες μιας τέτοιας κίνησης θα μπορούσαν να είναι οι εξής:

1) Το ζήτημα της διαχείρισης των αστικών κοινών. Τα Αστικά Κοινά τοποθετούν τους πολίτες ως κυρίαρχους παράγοντες και όχι τις κρατικές αρχές, τις ιδιωτικές αγορές και τις τεχνολογίες. Έχουν αφετηρία τις επιθυμίες και τις διεκδικήσεις της κοινότητας και συχνά μπορούν να αποτελέσουν έκφραση της πολιτικής της αυτονομίας και της άμεσης δημοκρατίας.

2) Νερό, ενέργεια και η διαχείρισή τους εντός πόλης.

3) Το ζήτημα των Μέσων Μαζικής Μεταφοράς. Βιοπολιτική, εποπτεία, οι χρήστες ως εμπόρευμα.

4) Το ζήτημα της στέγασης σε σχέση με τις πιέσεις της τουριστικοποίησης και του Airbnb αλλά και της παράλληλης ύπαρξης ατελείωτων αναξιοποίητων κτισμάτων.

5) Ανάδειξη των πραγματικά ελεύθερων κοινωνικών χώρων ως κόμβων που διαμορφώνουν την αστική ζωή σε κάθε περιοχή, σε κάθε γειτονιά. H δημιουργία Ελεύθερων Κοινωνικών Χώρων, κοινωνικών κέντρων σε αστικές ερήμους όπου εμφανίζεται μία κοινωνική κίνηση, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ισοδυναμεί με το άνοιγμα μιας πόρτας στην κλειστή πόλη.

6) Το μοριακό επίπεδο της πολυκατοικίας (συνέλευση πολυκατοικίας), του πώς ζούμε μεταξύ μας, πώς μπορούμε να ρηγματώσουμε την κυρίαρχη αποξένωση. Ας σκεφτούμε αλλιώς τις πολυκατοικίες, τις λειτουργίες της, τις δυνατότητές της.

7) Ανάδειξη της γειτονιάς ως κοινότητας της αμεσοδημοκρατικής απόφασης, όχι ως προσχήματος για συντηρητικές επιστροφές.

8) Άμεση δημοκρατία ενάντια στις εκλογικές αυταπάτες. Οχύρωση της πράξης και των θέσεών μας απέναντι στον κρατικιστικό λόγο της Αριστεράς και σε «αυτοδιοικητικούς» καιροσκόπους με τη ρητή διαπίστωση ότι τα κοινωνικά κινήματα και οι εκλογικοί σχηματισμοί είναι δύο αντίθετες και αντίπαλες πολιτικές λογικές. Κάποιες φορές τα επιχειρήματα υπέρ των εκλογών μιλούν για κοινωνικοποίηση ενός ζητήματος μέσα από τις εκλογές. Χαρακτηριστική είναι η περιστασιακή σχέση της Αριστεράς με τα κινήματα, που συνδέεται με τις εκλογικές διαδικασίες. Ας μην ξεχνάμε πως οι ρόλοι στις διαδικασίες αυτές είναι δοσμένοι εξ αρχής. Είναι αυτοί που αποκλείουν την κοινωνία απ την απόφαση, αυτοί που αναθέτουν τη λύση στους ειδικούς της πολιτικής.

Συμμετοχή στο εκλογικό παιχνίδι σημαίνει παιχνίδι με τους όρους του συστήματος και συμμετοχή στους ρόλους που έχουν ήδη προδιαγεγραμμένο αποτέλεσμα. Το είδαμε στη Χαλκιδική, όπου ο εκλεγμένος, υποτίθεται από το κίνημα, δήμαρχος Ιερισσού συνέχισε την πολιτική της κυβέρνησης μετά την εκλογή του.

Αυτά και άλλα μας κάνουν να μην περπατήσουμε μαζί βαριεστημένα προς τις επερχόμενες κάλπες.

Comments are closed.