1η Πανελλαδική Συνέλευση

Η Αντιεξουσιαστική Κίνηση δημιουργήθηκε την προηγούμενη χρονιά με κεντρικό στόχο να συμμετάσχει στις κινητοποιήσεις ενάντια στη Σύνοδο Κορυφής της Ε.Ε. τον Ιούνιο του 2003 στη Θεσσαλονίκη. Στηριζόμενη στη στενή συνεργασία ομάδων και ατόμων από πόλεις όλης της Ελλάδας, ανέπτυξε αντιεξουσιαστικό λόγο σε σχέση με όλα τα ζητήματα της Συνόδου, δημοσιοποίησε τις απόψεις της, συμμετείχε στις περισσότερες κινηματικές εκδηλώσεις διαμαρτυρίας για τις άτυπες υπουργικές συνόδους όπως και για τον πόλεμο στο Ιράκ, προετοίμασε την παρουσία στη Θεσσαλονίκη, οργάνωσε μια εβδομάδα εκδηλώσεων στη Θεολογική Σχολή καθώς και τη διαμονή χιλιάδων διαδηλωτών στον ίδιο χώρο, και τέλος συμμετείχε ενεργά τόσο στην πορεία στη κόκκινη ζώνη στον Μαρμαρά, όσο και στη διαδήλωση της επόμενης μέρας στους δρόμους της Θεσσαλονίκης. Μετά την ολοκλήρωση αυτού του κύκλου βρέθηκε πια μπροστά στο ερώτημα κατά πόσον τα κεκτημένα της προσπάθειας αυτής θα μπορούσαν και θα άξιζε να αποτελέσουν τη βάση για τη συνέχιση μιας κίνησης που θα λειτουργεί πλέον ανεξάρτητα από τον στόχο μιας συγκεκριμένης κεντρικής εκδήλωσης, όπως αυτής το καλοκαίρι στη Θεσσαλονίκη.

Αυτό που καταδείχθηκε το διήμερο, αλλά και καθ’ όλη τη διάρκεια ενός εξαντλητικού διαλόγου μέσα από ανοιχτές συνελεύσεις σε κάθε πόλη, είναι η ανάγκη έκφρασης του αντιεξουσιαστικού λόγου, η μετουσίωσή του σε πράξη στο εσωτερικό του κοινωνικού γίγνεσθαι. Δεν είναι θέμα προσωπικών επιθυμιών, αλλά είναι η ανάγκη η απάντηση στην εξουσιαστική επίθεση να λάβει μια νέα μορφή.

Οι αξίες που διαμορφώθηκαν στη Δύση εδώ και εννιά αιώνες και για τις οποίες έγιναν πόλεμοι, εξεγέρσεις, επαναστάσεις, χύθηκε αίμα και στήθηκαν κρεμάλες δείχνουν να καταρρέουν. Αυτό που επιχειρείται σήμερα, είναι η επανανομιμοποίηση του καθεστώτος, όχι πια μέσα από τον μαζικό χώρο προς στο άτομο, αλλά ανάστροφα, από τον απόλυτα ιδιωτικό και εξατομικευμένο χώρο στον μαζικό χώρο, με συνέπεια οι συνθήκες ζωής να γίνονται προσωπική υπόθεση. Έτσι, για την κοινωνία, όσο ο απελευθερωτικός λόγος υποχωρεί, τα προβλήματά της μετατοπίζονται σε προβλήματα τάξης και ασφάλειας, για τα οποία το κράτος και τα αφεντικά διαθέτουν και την οργάνωση και τη θέληση (αστυνομοκρατία, τρομονόμοι).

Το κράτος πρόνοιας δικαίου καθώς και το σύνολο σχεδόν των μηχανισμών ενσωμάτωσης-εκπροσώπησης της μεταπολεμικής περιόδου ξεφτίζουν συνεχώς. Είναι άλλωστε εκφραστές ενός από καιρό νεκρού μοντέλου διαχείρισης. Το ίδιο γίνεται και με όλους τους διεθνείς οργανισμούς διευθέτησης, που επικύρωσαν το status που γέννησε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Τώρα η ανάγκη του κεφαλαίου για χωρίς φραγμούς επέκταση στηρίζεται σε οργανισμούς όπως το ΔΝΤ, το ΠΟΕ, οι G8 πηγαίνει σε πέρα από τα στενά, πλέον, όρια του έθνους-κράτους. Οι πόλεμοι είναι πόλεμοι διευθέτησης ρόλων και όχι συνόρων. Η ανάγκη ομογενοποίησης που πηγάζει από την επιθυμία επιβολής μιας παγκόσμιας αγοράς, μιας κοινωνίας καταναλωτών, μας έφερε μπροστά στο πρόσφατο δείγμα Μπους, περί μεταλαμπάδευσης της δυτικής δημοκρατίας στο σύνολο του πλανήτη. Ο φόβος είναι το μόνο συναίσθημα που μπορεί να συνεγείρει τον κατακερματισμένο κοινωνικό ιστό, στην κατεύθυνση υποδοχής των νέων συνθηκών. Γι’ αυτό οι δυτικές κοινωνίες στρατικοποιούνται με εντατικούς ρυθμούς, ο πόλεμος εναντίον της τρομοκρατίας είναι στην ουσία ο πόλεμος αποδοχής της καπιταλιστικής τάξης.

Η εποχή μας δεν αφήνει περιθώρια για περιστροφές και ομφαλοσκοπήσεις, προκειμένου να στριμωχτούν για άλλη μια φορά όσα συμβαίνουν γύρω μας σε ιδεολογικά μανιφέστα. Οι ιδεολογίες που αναστάτωσαν τον κόσμο από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι τα τέλη του 20ου, τα κοινωνικά κινήματα που στηρίχτηκαν πάνω σ’ αυτές και τα πολιτικά σχήματα που τις εξέφραζαν, δεν άδειασαν μόνο από κόσμο, αλλά από ουσία και περιεχόμενο.

Κανέναν δε συγκινεί πια καμιά μεγάλη υπόσχεση, καμιά σημαία, κανένα λάβαρο, ούτε κόμμα, ούτε οργάνωση, ούτε συνδικάτο, ούτε σωματείο που αναζητά ακόμη τη δικαίωση στο παρελθόν του και με τρικλοποδιές και πονηριά την επιβεβαίωση στο παρόν και στο μέλλον. Όποιος θέλει να μπει στο παιχνίδι του αγώνα για την κοινωνική απελευθέρωση θα πρέπει να αποβάλλει κριτικά κι ίσως επώδυνα όλα τα σημάδια του παρελθόντος που κρέμονται σαν αντίκες πάνω απ’ το κεφάλι του. Η συγκρότηση του μετώπου αντίστασης και ρήξης με το καθεστώς δε μπορεί να μεταφραστεί σε παντοπωλείο ή σουπερμάρκετ παλαιών ιδεών, σχημάτων και οργανώσεων

Το κύριο ζητούμενο είναι ο λόγος και η πρακτική μας να βρουν πολύ ευρύτερη απήχηση στην κοινωνία, πέρα από τα όρια στα οποία κατά κανόνα εγκλωβίζονται οι υπάρχουσες προσπάθειες στο κίνημα. Ειδικότερα όσον αφορά τον χώρο των αναρχικών και αντιεξουσιαστών, διαπιστώνουμε ότι η απήχηση του στο κοινωνικό πεδίο είναι κατά πολύ πιο περιορισμένη σε σχέση με τις πραγματικές του δυνατότητες. Αυτό δεν οφείλεται μόνο σε μια γενικότερη ύφεση του κινήματος σε σχέση με προηγούμενες δεκαετίες. Έχει να κάνει επίσης με το γεγονός ότι στην προσπάθειά του να οριοθετηθεί έναντι της αριστεράς, αλλά και να επιτύχει την εσωτερική του συσπείρωση, ο χώρος αυτός διατηρεί σε πολύ μεγάλο βαθμό έναν έντονο ιδεολογικό χαρακτήρα. Τα ιδεολογικά αυτά χαρακτηριστικά συνίστανται κατά βάση από τη μια στην αναφορά σε ένα αόριστο μέλλον, το οποίο όμως κανείς δεν βλέπει πρακτικά μπροστά του, και από την άλλη σε κάτι που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως αυτοαναφορικότητα, στη συρρίκνωση της απεύθυνσης του χώρου στον ίδιο του τον εαυτό. Συνέπεια αυτής της στάσης δεν είναι μόνο η υπερβολική έμφαση σε ζητήματα ιδεολογικής καθαρότητας, αλλά και η υποβάθμιση της δράσης σε στερεότυπες κινήσεις με υπερβολική την έμφαση στο στοιχείο του θεάματος, κυρίως όμως η αυτοπεριχαράκωση σε μια πρακτική χωρίς ουσιαστικό αποδέκτη.

Αντίθετα θεωρούμε ότι η αποφυγή των εύκολων ιδεολογικών λύσεων, στη βάση των οποίων διαμορφώνονται έτοιμες συνταγές και παγιωμένες ταυτότητες, αποτελεί χαρακτηριστικό της ίδιας της αντιεξουσιαστικής λογικής και πράξης. Η ηθική δικαίωση και αυταρέσκεια, η πίστη σε αιώνιους κανόνες και νόμους της κοινωνικής ζωής, η αόριστη αναφορά σε ένα προδιαγεγραμμένο μέλλον, η δημιουργία πολιτικών ρόλων χαρακτηρίζουν πολύ περισσότερο την αριστερά και την παραδοσιακή πολιτική της παρουσία και θα πρέπει να ξεπεραστούν. Για την Α.Κ. το ζήτημα δεν είναι η επίτευξη μιας συμφωνίας πάνω σε προκαθορισμένες αρχές και μεθόδους. Κριτήριο της είναι η ριζοσπαστικότητα της κοινωνικής δράσης και του λόγου, η ανάπτυξη κινηματικών διαδικασιών που δεν θα αναστέλλονται ούτε από τη συμμόρφωση στην υπάρχουσα κατάσταση, ούτε από τη δέσμευση σε αυτονόητα, προκαταλήψεις και μορφές οργάνωσης του παρελθόντος. Σε αυτόν τον άξονα, η συνέχιση της δράσης της Α.Κ. θα μπορούσε από τη μια να συμβάλει στη δημιουργία μιας νέας προοπτικής του αναρχικού και του γενικότερου ριζοσπαστικού πολιτικού χώρου, λαμβάνοντας υπ’ όψιν της τόσο τις πλούσιες εμπειρίες του παρελθόντος όσο και τις ανάγκες του παρόντος, και από την άλλη να ανταποκριθεί με όσες δυνάμεις διαθέτει και μπορεί να αναπτύξει στη διάχυση του αντιεξουσιαστικού πνεύματος όχι μόνο σε λιγότερο ή περισσότερο κλειστούς πολιτικούς χώρους αλλά και σε ευρύτερα τμήματα της κοινωνίας.

Αν είναι να ανασυγκροτηθούν οι δυνάμεις της κοινωνικής αντίστασης, θα αναδυθούν μέσα από το χάος και μέσα στο χάος που τις περιβάλλει (κάτι πάει να φανεί μέσα στο πολύμορφο κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης).

Αυτό πρακτικά σημαίνει πως όποιος παίρνει το λόγο και την απόφαση να απευθυνθεί στην κοινωνία, απευθύνεται στη μεγάλη της πλειοψηφία, βλέποντας στο πρόσωπό της ένα ζωντανό οργανισμό και έναν εν δυνάμει σύμμαχό του, ίσος προς ίσον, και όχι ένα εργαλείο της προσωπικής ή ομαδικής του ματαιοδοξίας.

Η σύγκλιση των πρωτοβουλιών αντίστασης πρέπει να αναζητήσει τη συγκρότηση της νέας ριζοσπαστικής ταυτότητας, ανοιχτή σε όλα κι απ’ την αρχή, αξιοποιώντας την εμπειρία των αγώνων και ερχόμενη σε ρήξη με το παρελθόν.

Δεν χρειάζονται αμοιβαίες υποχωρήσεις για να παραμείνουμε αυτό που ήμασταν. Τουναντίον, χρειάζεται κριτική ρήξη με το παρελθόν, σύνθεση και άνοιγμα για να είμαστε αυτό που μπορούμε να γίνουμε.

Το ευρύτερο κοινωνικό κίνημα αντίστασης, αυτόνομα και ανεξάρτητα, καλείται όχι μόνο να σηκώσει το βάρος της αντιπαράθεσης με τις δυνάμεις του διεθνοποιημένου κεφαλαίου, αλλά και να δηλώσει με την παρουσία και δράση του την προοπτική συγκρότησης ενός πολυεπίπεδου μαζικού αντικαθεστωτικού κινήματος. Οι συνθήκες αναδεικνύουν την επικαιρότητα του ανατρεπτικού αντιεξουσιαστικού αντικαπιταλιστικού λόγου.

Με γνώμονα αυτή την ανάγκη, επικεντρώθηκε η συζήτηση της πρώτης μέρας στη διασαφήνιση της δομής της αντιεξουσιαστικής κίνησης.

Μια δομή που θέτει ως προϋπόθεση συμμετοχής κάποιους όρους-αρχές που την καθιστούν κίνηση και όχι παράταξη ή ομάδα. Οι αρχές αυτές είναι :

– Ο αντιεξουσιαστικός χαρακτήρας του πλαισίου της.
– Η άμεση δημοκρατία στον τρόπο λήψης αποφάσεων.
– Η μη κατάληψη της εξουσίας.

Η αντιεξουσιαστική μπορεί να δεχθεί πολλές οργανωτικές μορφές χωρίς να δεσμεύεται από καμιά, αρκεί να είναι αποδεχτοί οι 3 βασικοί όροι-αρχές.

Οι συνελεύσεις της Α.Κ. πρέπει να είναι ανοιχτές και να ανακοινώνονται.

Κάθε πόλη, κάθε κίνηση, κάθε ομάδα ή άτομα κρατούν την αυτονομία τους και όχι την αυτονόμησή τους έναντι των υπολοίπων δημιουργώντας πεδία ανταγωνισμών. Η Α.Κ. οφείλει να αποτελεί πλαίσιο οργανωτικής σύγκλισης έστω κι αν σε επιμέρους ζητήματα υπάρχει διαφορετική προσέγγιση ερμηνείας των κοινωνικών προβλημάτων. Γι’ αυτό οι ερμηνείες και οι θεωρητικές προσεγγίσεις (σαφώς από αντιεξουσιαστική σκοπιά) δε μπορούν να τίθενται απ’ την αντιεξουσιαστική ως ζητήματα αρχής, εκτός κι αν κάποιοι το θέτουν έτσι. Στην περίπτωση αυτή, οι ίδιοι οφείλουν να πάρουν θέση ως προς τη συμμετοχή τους κι όχι η αντιεξουσιαστική σαν συνέλευση.

Όλα αυτά έχουν ως κεντρικό στόχο τη δημιουργία χώρου ρήξης ενάντια στον γενικευμένο φόβο, η ανάγκη να παραμείνει η κοινωνική απεύθυνση μια ανοιχτή διαδικασία διαλόγου και σύνθεσης, να δημιουργηθούν οι όροι αποφυγής της όποιας ομογενοποίησης, να καταδειχθεί ότι η ικανότητα πολύπλευρης δράσης σε τοπικό επίπεδο δεν αναιρεί τη δυνατότητα απάντησης σε κεντρικές επιλογές της κυριαρχίας. Έτσι ο καθένας με τη διαφορετικότητα του συνέβαλε στην αποδοχή αυτού του μοντέλου δράσης.

Από τα σημαντικότερα σημεία της συνάντησης είναι η συνδιαμόρφωση πάνω σε ζητήματα όπως η αξιακή στάση στα Μ.Μ.Ε., που κατέδειξε τη δυνατότητα αυτής της δομής να μην αποκλείει. Σημαντική επίσης ήταν η παρουσίαση της πρώτης κατ’ ουσίαν κίνησης πάνω στην προαναφερόμενη λογική, αυτή της «χειρονομίας» στα Γιάννενα.

Μια τοπική κίνηση με ευρύτερη πολιτική σημασία όπως αυτή των στρατοπέδων συγκέντρωσης μεταναστών στην Ξάνθη, βρίσκει συμπαράσταση από όλο το δίκτυο της αντιεξουσιαστικής, ενώ ένα κεντρικό ζήτημα όπως αυτό για τους 7 συλληφθέντες στη Θεσσαλονίκη αντιμετωπίζεται με διαφορετική οπτική από την κάθε πόλη υπό το πνεύμα της απελευθέρωσης. Η κεντρική συνεννόηση θα γίνεται από τις πανελλαδικές συνελεύσεις οι οποίες θα είναι είτε 2 είτε 4 το χρόνο. Φέτος αποφασίστηκε να οργανωθεί μία πανελλαδική στις αρχές του Μαρτίου, με κύρια θέματα την πορεία ως την Ολυμπιάδα, το Φεστιβάλ της αντιεξουσιαστικής τον Ιούνιο και τη μέχρι τότε πορεία της εφημερίδας.

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ

Αποφασίστηκε η έκδοση μηνιαίας εφημερίδας με πανελλαδική εμβέλεια. Το όνομα αυτής αντιεξουσιαστική εφημερίδα Βαβυλωνία. Την έκδοση θα αναλάβει μια πανελλαδική συνέλευση με τους όρους αυτονομίας που αναλύθηκαν παραπάνω. Στόχος είναι η δημιουργία ενός εντύπου σε συνεχή διάλογο με την κοινωνία από τη σκοπιά της ρήξης και της αντιπληροφόρησης. Οφείλει να έχει την ικανότητα να αφουγκράζεται τις φωνές αντίστασης, αλληλεγγύης χωρίς αυτές να φιλτράρονται από κάποιο ιδεολογικό κόσκινο. Δεν μπορεί να είναι φορέας μιας νεκρής αλήθειας, αλλά να είναι η ίδια η εφημερίδα μια διαδικασία για να οπλίσουμε εκ νέου το διάλογο. Κάθε πρώτη Κυριακή του μήνα είναι ένα στοίχημα, που μας χρειάζεται όλους.

Η δεύτερη μέρα αφιερώθηκε σε κεντρικές θεματικές ενότητες-παρεμβάσεις.

ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ

Η καταστολή μέσα από τα νέα δεδομένα του καπιταλιστικού φαντασιακού έχει αποκτήσει νέο ρόλο. Ο καπιταλισμός βρισκόμενος εν ανθούσα μετασχηματίζει τον κόσμο με βάση την αστυνομία. Η καταστολή διευρύνεται μέχρι την ίδια τη σκέψη. “Ή μ’ αυτούς ή με μας”. Μια ιδιότυπη σιωπή άρχισε να απλώνεται. Χωρίς ένα θετικό νοηματικό πεδίο η κυριαρχία ξαναστρέφεται με νέα ένταση στη βία μεταβάλλοντας και το νομικό καθεστώς της μεταπολεμικής περιόδου. Η δυτική δημοκρατία δεν ζητά πλέον τη συναίνεση αλλά την ταύτιση.

Οι συμμαχίες λοιπόν στον ίδιο τον κοινωνικό ιστό μεταβάλλονται. Οι παγιωμένες δράσεις -αντιλήψεις αντιμετώπισης της καταστολής χάνουν το νόημα τους. Όπως κατέδειξε η έκρηξη στον Πειραιά και η μετέπειτα πορεία της υπόθεσης των δικών, η ιδιότυπη σιωπή νομιμοποίησης αγγίζει την ίδια την επαναστατική αριστερά. Η οριοθέτηση της αποχώρησης από την πορεία της 1ης Οκτώβρη καταδεικνύει και τη σημασία μετωπικών σχημάτων όπως είναι η Συσπείρωση και πέρα από ηγεσίες και όρια η αλληλεγγύη, η πολιτική αντεπίθεση θέτει όρους συμμαχιών εκεί που πραγματικά έχει νόημα, στο δρόμο. Η πρωτοφανής αντιμετώπιση από την εξουσία των 7 διαδηλωτών κατέδειξε ότι ο πλουραλισμός της δράσης δεν είναι εμπόδιο, αντίθετα θέτει τις βάσεις για το σπάσιμο του κλειού της παθητικότητας. Θέματα όπως η βία απέναντι στους μετανάστες, έρχονται να προστεθούν σε ένα κατάλογο που δείχνει το εύρος της πρόκλησης. Η απόφαση είναι ότι θα είμαστε εδώ και απέναντι τους.

ΟΛΥΜΠΙΑΔΑ

Το ζήτημα της Ολυμπιάδας προκάλεσε μια πλούσια συζήτηση, που κατέδειξε ότι η διοργάνωση της υλοποιεί το σύνολο των εμπορευματικών σχέσεων σε μια θεαματική γιορτή κατανάλωσης. Η παγκοσμιοποίηση έχει βρει το μήνα της απόλυτης εφαρμογής της.

Ιδιαίτερα στην Ελλάδα της δόθηκε το στίγμα της νέας μεγάλης ιδέας. Βέβαια καθώς η ευημερία δεν ήταν κρυμμένη στις υποσχέσεις τους, ούτε καν στους κωδικούς του χρηματιστηρίου, η διαρκώς υποβιβαζόμενη πλέον μεσαία τάξη δε δέθηκε με το επελαύνον άρμα. Η βιτρίνα έχει πια πολλά ρήγματα. Η κοινωνία έχει αγανακτήσει, δεν έχει όμως ακούσει το όχι. Το κίνημα έχει σαφώς καθυστερήσει να διαμορφώσει τους όρους πολιτικής έκφρασης και δυσαρέσκειας. Η επίθεση ξεκινά από την εμβάθυνση της καταστολής στα όρια της στρατοκρατούμενης πόλης με διάσπαρτες κάμερες και νέο νομικό καθεστώς, περνά από την αθλιότητα της ιδέας των εθελοντών, πηγαίνει στα εργατικά ατυχήματα και γενικά στην απαξίωση της ανθρώπινης ζωής μπροστά στο εμπόρευμα. Αποφασίστηκε λοιπόν η έκδοση μιας μπροσούρας για την ολυμπιάδα στα μέσα του Δεκέμβρη, η διενέργεια εκδηλώσεων σε γειτονιές της Αθήνας που πλήττονται από τα «μεγάλα» τους έργα, η συμμετοχή-συνεννόηση με τα ήδη δραστηριοποιημένα σχήματα και μια πρώτη πορεία στα μέσα της άνοιξης. Το εγχείρημα της σύγκρουσης με τη διοργάνωση είναι εξαιρετικά δύσκολο, οι όροι όμως υπάρχουν.

-Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασε η προσπάθεια δημιουργίας μιας κοινής κίνησης στους φοιτητικούς χώρους. Με κοινό γνώμονα το “να σχεδιάσουμε οι ίδιοι τις διαδρομές αυτοέκφρασης και ρήξης με τα στηρίγματα της εκπαιδευτικής πραγματικότητας”, εκφράστηκε η αναγκαιότητα της δράσης-ρήξης με το πανεπιστήμιο ως έχει. Προτάσεις που είχαν ως κοινή αφετηρία ότι η όποια παρέμβαση δεν μπορεί πλέον να κολυμπά σε ιδεολογικές αναφορές και αποτυχημένα κλειστά συνδικαλιστικά σχήματα, αλλά σε μια πολύμορφη διαδικασία αντιπαράθεσης με τις ίδιες τις δομές της εκπαιδευτικής “κοινότητας”. Δε μπορούμε πλέον να εφησυχάσουμε με την “πολιτιστική” μας διαφορά δημιουργώντας ένα εκ νέου κλειστό αυτάρεσκο σύνολο. Η δράση μας μπορεί να είναι μόνο εξωστρεφής-αμφίδρομη με τη φοιτητική κοινωνία. Προτάσεις, διαφορές, διαφωνίες, όλα έδωσαν μια πνοή ζωντάνιας, αφήνοντας την υπόσχεση οι δράσεις των σχημάτων στα πανεπιστήμια στο Ρέθυμνο, στα Γιάννενα, στη Θεσσαλονίκη να δώσουν το έναυσμα κάθε πανελλαδικό μάζεμα να προχωρά ένα βήμα παραπέρα. Στην κατάκτηση όχι μιας ανούσιας ομοιογένειας αλλά ενός πραγματικού αντιεξουσιαστικού λόγου-πράξης στο βαλτωμένο χώρο του πανεπιστημίου.

Τίποτα δεν παγιώθηκε. Η ρευστότητά του είναι υπόσχεση. Οι ανοιχτές συνελεύσεις κάθε πόλης καλούνται να κρατήσουν ζωντανή και αμφίδρομη την κοινωνική απεύθυνση. Δεν υπάρχει παιχνίδι που παίζεται με όρους επιτυχίας-αποτυχίας σε ένα αυτάρεσκο περιβάλλον. Υπάρχει η ανάγκη και η επιθυμία να δημιουργηθεί ένας χώρος αντίστασης, ένας χώρος όπου ο αντιεξουσιαστικός λόγος και πράξη θα βρίσκονται σε συνάφεια με το κοινωνικό γίγνεσθαι.

 Αντιεξουσιαστική Κίνηση

Comments are closed.