Σε ποιο σημείο βρισκόμαστε

Η βίαιη προσπάθεια ομογενοποίησης του κόσμου οδήγησε μέχρι σήμερα στη διάλυση ολόκληρων κρατών, δημιουργώντας ένα τεράστιο πλήθος ανθρώπων, χωρίς ελπίδα επιβίωσης, που κινείται προς τη Δύση. Η βάση της συντριπτικής πλειονότητας της νέας πληθυσμιακής κίνησης εντοπίζεται σε έναν διαλυμένο από τις πολεμικές συρράξεις, τα ολοκληρωτικά καθεστώτα και τη φονταμενταλιστική φρίκη χώρο και αφορά μια αδιάκοπη μετακίνηση ανθρώπων από τη Συρία, την Υεμένη, την Ερυθραία, τη Λιβύη ,το Αφγανιστάν, το Ιράκ κλπ.

Την άνοιξη του αραβικού κόσμου γρήγορα διαδέχτηκε η φρίκη του συριακού εμφυλίου, η παγίωση των κρατών του Μαγκρέμπ ως failed states και η ανάδειξη του ISIS και της Αλ Νούσρα ως ρυθμιστών της βαρβαρότητας στα εδάφη της Συρίας και του Ιράκ.

Ο χαμηλής έντασης πόλεμος διαρκείας στη Μέση Ανατολή υπενθυμίζει τις ευθύνες της Δύσης. Αν κάποτε εξαπέλυε ιμπεριαλιστικούς πολέμους σε μια αέναη προσπάθεια διεύρυνσης των σφαιρών επιρροής της κι ανοίγματος νέων αγορών, σήμερα προσπαθώντας να εμπεδώσει μια συμβολική και πραγματική κυριαρχία, συμμετέχει αμήχανα σε πολεμικές συρράξεις αφήνοντας πίσω της διαλυμένα κράτη και καταπιεσμένες εθνοτικά και θρησκευτικά ομάδες.

Φυσικά όταν μιλάμε στη δύση για τις μετακινήσεις πληθυσμών, σχεδόν πάντοτε τις ορίζουμε ως φαινόμενο που προκύπτει αποκλειστικά ως απόρροια πολέμων ή οικονομικής ανέχειας. Χωρίς να θέλουμε να υποτιμήσουμε τους παραπάνω παράγοντες, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι εδώ και πολλές δεκαετίες η δύση ασκεί ιδιαίτερη γοητεία ως πρότυπο προόδου κι εκσυγχρονισμένης ομαλής θεσμικής λειτουργίας σε πληθυσμιακές ομάδες, καταπιεσμένες από τις θεοκρατίες της ανατολής, το φατριαστικό τρόπο κοινωνικής οργάνωσης, το αίσθημα πολιτιστικής και οικονομικής υστέρησης.

Η ανάγκη για νέες πολιτικές δομές που εκφράστηκε στο εσωτερικό των ίδιων των χωρών κατά τη διάρκεια της Αραβικής Άνοιξης αντιμετωπίστηκε και αντιμετωπίζεται από τις μεγάλες δυτικές δυνάμεις σε κάθε περίπτωση ευκαιριακά. Περισσότερο ασχολήθηκαν με τις ευκαιρίες που τους παρουσιάστηκαν σε επίπεδο διαχείρισης των γεωπολιτικών ανταγωνισμών (ΗΠΑ-Ρωσία κλπ.), παρά με την πολιτική υφή αυτών των κινητοποιήσεων και τις λανθάνουσες κοινωνικές τάσεις που αναδείκνυαν. Αντιθέτως αντιμετώπισαν τις χώρες αυτές ως σκακιέρα μέσα στις οποίες θα ξεδιπλωνόταν ένας πόλεμος δι’ αντιπροσώπων (proxy war), αγνοώντας ως συνήθως τον κοινωνικό τραυματισμό και την αναταραχή του κοινωνικού ιστού που υπέθαλπαν με την τακτική τους αυτή.

Ένα διδακτικό ιστορικό

Για να καταλάβουμε τη σημερινή συνθήκη, οφείλουμε να εξετάσουμε τον τρόπο που διαμορφώθηκαν οι μεταναστευτικές και προσφυγικές μετακινήσεις κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα, καθώς και τη θεσμική-κρατική τους μεταχείριση.

Με την ισχυροποίηση των εξουσιών του κράτους μετά τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο και τα τεράστια προσφυγικά κύματα, που ακολούθησαν και αριθμούσαν εκατομμύρια ανθρώπους, δημιουργείται στο διεθνές δίκαιο ο ορισμός του πρόσφυγα και καθιερώνονται διακρατικές συμφωνίες για τη ρύθμιση των προσφυγικών μετακινήσεων. Ύστερα από τη λήξη του Β’ παγκοσμίου πολέμου και τις εκτοπίσεις των ολοκληρωτικών καθεστώτων του μεσοπολέμου, υπήρχαν 30-40 εκατομμύρια πρόσφυγες στην Ευρώπη. Με την επιλογή των μαζικών πολιτογραφήσεων αλλά και τον επαναπατρισμό όσων είχαν εκτοπιστεί από τον πόλεμο, το ζήτημα της παγκόσμιας μετακίνησης εισέρχεται στα χρόνια των διενέξεων του Ψυχρού πολέμου. Ωστόσο ο νομικός ορισμός του πρόσφυγα, παρά τα αυξημένα ρεύματα που είχε δημιουργήσει η διαδικασία της αποαποικιοποίησης, περιορίζεται στο παράδειγμα της ατομικής δίωξης των αντιφρονούντων από τα κομμουνιστικά κράτη στο απόγειο του Μακαρθισμού.

Η ροή της μετακίνησης από το 1950 και μετά καθορίστηκε από διακρατικές συμφωνίες στη βάση των κοινών αγορών εργασίας ή των πολιτικών κάλυψης εργατικού δυναμικού στη δύση της καταπιταλιστικής ανάπτυξης. Με την πετρελαϊκή κρίση το 1973, μέχρι και την οποία είχαν στρατολογηθεί περί τους 20 εκατομμύρια μετανάστες με το καθεστώς του «φιλοξενούμενου εργάτη», τα δυτικοευρωπαϊκά κράτη αποφάσισαν να απαγορεύσουν μονομερώς την εισροή εργατών. Η πολιτική αυτή, οι νόμοι που περιόριζαν την παράνομη μετανάστευση και η ραγδαία συνειδητοποίηση της μονιμότητας της μετακίνησης, οδηγεί στην επινόηση του διαχωρισμού πρόσφυγα και μετανάστη χωρίς χαρτιά, η οποία θα καθορίσει έκτοτε και το νομικό καθεστώς των μετακινούμενων.

Μέσω του διαχωρισμού αυτού τα δυτικά κράτη θα προσπαθήσουν να διαμορφώσουν μια μεταναστευτική πολιτική, που θα τους επιτρέπει να δέχονται μεταναστευτικούς πληθυσμούς και να καλύπτουν τις παραγωγικές και αναπτυξιακές ανάγκες τους, ενώ ταυτόχρονα θα αποκλείουν μέσω του διαχωρισμού αυτού τις μεγάλες ποσότητες ανθρώπων που φτάνουν έξω από τα σύνορά τους, κρατώντας τις κοινωνικές ισορροπίες στο εσωτερικό τους (σχετικά) ανέπαφες.

Η εισβολή της ιστορίας στον κοινωνικό χρόνο με την πρόσφατη μετακίνηση πληθυσμών δημιούργησε τις ρωγμές για την ανασκευή όλων των νομικών κατηγοριών στις οποίες βασίστηκε η ευρωπαϊκή θεσμική τάξη. Το γεγονός ότι η συντριπτική πλειονότητα των μετακινούμενων αντιστοιχεί σε αυτό που το δικαιϊκό πλαίσιο ορίζει ως πρόσφυγα μαζί με την ανικανότητα συνολικής απορρόφησής τους στην κατεύθυνση μιας πολιτικής μετεγκατάστασης και την αδυναμία ολικής νομικής τους κάλυψης διαβρώνει το νομικό και εξουσιαστικό διαχωρισμό μετανάστη και πρόσφυγα. Πώς θα έπρεπε να χαρακτηριστούν άλλωστε όσοι εκτοπίζονται λόγω επισιτιστικών και περιβαλλοντικών κρίσεων ή όσοι πέφτουν θύματα trafficking ή διώκονται πολιτικά και θρησκευτικά κατά τη διαδρομή τους; Η μεγαλύτερη μετακίνηση πληθυσμών που γνωρίσαμε από το Β’ΠΠ κι ύστερα διεξάγεται σήμερα και κυοφορεί μια νέα πολιτική συνθήκη και όχι ένα πρόβλημα προς επίλυση.

Τελικά ποιοι είναι αυτοί οι πρόσφυγες;

Από την εμφάνιση στο προσκήνιο της φιγούρας του πρόσφυγα-μετανάστη έχουν διατυπωθεί από ιδεολογικούς φορείς αναζήτησης υποκειμένων διάφοροι ορισμοί, θεωρίες, οπτικές, αφαιρέσεις που αντιστοιχούν σε γενικότερες ιδεολογικές φόρμες ερμηνείας της πραγματικότητας. Με αυτό τον τρόπο ο πρόσφυγας-μετανάστης χάνει την αισθητή (πραγματική) του παρουσία και μετατρέπεται σε «υποκείμενο», προκειμένου να πραγμοποιηθεί ο ίδιος και ταυτόχρονα να πραγματοποιηθεί διαμέσου αυτού ένας γενικότερος σχεδιασμός ιδεολογικός θρησκευτικός η πολιτικός.

Ο πρόσφυγας-μετανάστης κατασκευάζεται ως υποκείμενο προκειμένου να συμπληρώσει, πολλαπλασιάσει, προωθήσει μια κοινωνική αλλαγή ή ακόμη να καλυτερεύσει την ήδη υπάρχουσα κοινωνική δομή διαμέσου της φιλανθρωπίας. Στην προκειμένη περίπτωση διακρίνουμε καθαρά την πλήρη ομοιογένεια φαντασιακού και ερμηνείας τόσο του χριστιανικού όσο και του μαρξιστικού (ιστορικός υλισμός) μοντέλου ανάλυσης. Και οι δύο αναλύσεις δοκιμάστηκαν στο παρελθόν και δεν κατάφεραν ούτε μια τρίχα πρόσφυγα– μετανάστη να διασώσουν από τον κρατικό ρατσισμό, ούτε βεβαίως η επανάληψη αυτών των μοντέλων αναλύσεων θα εμποδίσουν ένα νέο Άουσβιτς. Με άλλα λόγια ούτε η κρατιστική ιδεολογία περί «ταξικών αδελφών» αλλά ούτε η θρησκευτική αλληλεγγύη περί σκέτο «αδελφών» μπορούν να αποτελέσουν σοβαρή βάση ορισμού του πρόσφυγα-μετανάστη σε μια πολιτική κοινωνία όπου η εξουσία έχει το προνόμιο της κατάστασης εξαίρεσης.

Άσχετα λοιπόν με το τι ήταν πριν ο πρόσφυγας-μετανάστης, αυτό που είναι τώρα στη συνθήκη αυτή έχει χαρακτηριστικά μη ύπαρξης: χωρίς έδαφος, χωρίς χαρτιά, χωρίς κατοχυρωμένη ύπαρξη, χωρίς δικαιώματα, χωρίς κοινωνία. Ένας σύγχρονος homo sacer (γυμνός άνθρωπος) και ένας εν πολλοίς στρατοπεδευμένος άνθρωπος, ο οποίος υφίσταται την νομική εξουσία της κατάστασης εξαίρεσης που η εξουσία του επιβάλλει. Με αυτό τον τρόπο, απογυμνωμένος ο πρόσφυγας- μετανάστης είναι ευάλωτος και φονεύσιμος, αφού έχει πριονιστεί ο κορμός της επιβίωσης-ύπαρξης. Η δίωξη που υφίσταται ο πρόσφυγας μετανάστης είναι φονική και ο θάνατος που ακολουθεί τον φυγά αυτόν προέρχεται και από τα κράτη και από τη φύση και δεν σταματά στο έδαφος όπου ελπίζει στην κατοχύρωση μιας προοπτικής. Πάλι σαν δεύτερης κατηγορίας ύπαρξη αναγνωρίζεται και στην νέα συνθήκη αποκλειστικά και μόνο η γαλαντομία της νέας εξουσίας θα του επιτρέψει την επιβίωση. Με καμιά κοινωνική τάξη, θέση ή κοινωνικό στρώμα κατοχυρωμένο εθνοκρατικά, δεν μπορεί να συγκριθεί αυτή η κατάσταση της φιγούρας του πρόσφυγα-μετανάστη. Εκεί επομένως βρίσκεται ο ρόλος μιας αντιεξουσιαστικής κριτικής και αλληλεγγύης, στην υπεράσπιση της επιβίωσης και της ισότητας απέναντι στη φύση και στην εξουσία.

Η θανατοπολιτική της Ευρώπης-Φρούριο

Οι συνεχιζόμενες προσφυγικές μετακινήσεις των τελευταίων χρόνων έχουν πυροδοτήσει μία μεγάλη κρίση στο εσωτερικό των δυτικών κοινωνιών, κρίση που αναδεικνύει τα βαθιά πολιτικά και κοινωνικά τους αδιέξοδα. Η ιστορία είναι ένα πεδίο ανοιχτών κοινωνικών διεργασιών και ριζικά νέων καθορισμών. Το έθνος ως δημιούργημα ιδιαίτερων κοινωνικο-ιστορικών συνθηκών και συγκρούσεων επέτρεψε την αφομοίωση ανόμοιων πληθυσμών προσφέροντας στα άτομα τη δυνατότητα ένταξης σε ένα φαντασιακό συλλογικό σώμα. Αποτέλεσε έναν τεράστιο χώρο παραγωγής ταυτοτήτων, ενοποίησης της διαφοράς και διαμόρφωσης της ομοιομορφίας, καθώς και τη νομιμοποιητική βάση συγκρότησης του νεωτερικού έθνους-κράτους κάτω από την κυρίαρχη ιδέα της γενικής βούλησης. Αν το έθνος προσέδωσε εκείνον τον κοινό δεσμό που συνέδεσε τους διάσπαρτους ψυχισμούς σε ένα σώμα, τότε η γενική βούληση αποτέλεσε την ιδεολογική αφετηρία για την πολιτική έκφραση αυτού του σώματος ως τέτοιο.

Τα τελευταία 30 χρόνια που οι μεταναστευτικές μετακινήσεις διαπερνούν κάθε χρόνο και πιο επίμονα τα σύνορα της δύσης, τα ευρωπαϊκά κράτη έχουν απαντήσει με κωμική εθελοτυφλία. Η καταστολή και στρατιωτικοποίηση των συνόρων, οι φράχτες, η παρανομοποίηση της μετακίνησης, τα κέντρα κράτησης μεταναστών και γενικότερα οι σπασμωδικές κινήσεις των ευρωπαϊκών ελίτ δείχνουν ολοκάθαρα σε πόσο λεπτό σκοινί βρίσκεται αυτή τη στιγμή το πολιτικό status quo της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής.

Ειδικότερα, από τη στιγμή που ξεκίνησε αυτό που στο δημόσιο λόγο ονομάστηκε «προσφυγική κρίση», η αδυναμία διαχείρισης της κατάστασης φάνηκε από κάθε πλευρά. Παρά τους φράχτες, τα στρατόπεδα, την Frontex και το ΝΑΤΟ και εν γένει όλο τον κατασταλτικό βραχίονα που η Ευρώπη είχε αναπτύξει πάνω στη διαχείριση των μεταναστευτικών και προσφυγικών κινήσεων, η προσφυγική ροή έσπασε τις γραμμές των συνόρων τροποποιώντας ριζικά το παραπάνω πλαίσιο κι αναγκάζοντας τα κράτη να επαναδιαπραγματευτούν τη στρατηγική τους, η οποία τα έφερνε ευθέως αντιμέτωπα με την πραγματικότητα.

Η πρόταση της Ευρώπης για τη δημιουργία “hot spots” στην Τουρκία με την προσφορά ανταλλαγμάτων, τη στιγμή που η Τουρκία θέτει σε κατάσταση πολιορκίας ολόκληρες περιοχές στο εσωτερικό της, η δημιουργία φράχτη στην Ουγγαρία, η θωράκιση των εθνικισμών στο εσωτερικό των κρατών, η προώθηση μια πολιτικής μετεγκατάστασης και η άρνηση συμμετοχής σε αυτή αρκετών κρατών μελών, ταυτόχρονα με την ολιγοήμερη μονομερή αναστολή της συνθήκης Σένγκεν από τη Γερμανία, καταδεικνύουν την αντινομική φύση του δυτικού φιλελευθερισμού και τις αντιφάσεις του ενωσιακού μορφώματος.

Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες στα συντρίμμια της πολυπολιτισμικότητας

Τα μεταναστευτικά ρεύματα έχουν φανερώσει την κρίση ταυτότητας στο σύγχρονο δυτικό κόσμο. Η συζήτηση περί χορηγήσεων ασύλου και ιθαγένειας σε μετανάστες έχει πυροδοτήσει διαφορετικούς τύπους λόγου ανά τις διάφορες χώρες. Η ιθαγένεια συγκεκριμένα, που ουσιαστικά είναι ο προθάλαμος της αναγνώρισης ενός μετανάστη ως πολίτη, είναι ίσως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ζητήματα πόλωσης στο δημόσιο λόγο σήμερα.

Η παροχή ιθαγένειας σε όλους, σκιαγραφεί ένα ουσιαστικό διακύβευμα για μια νέα κοινωνική θέσμιση, καθώς αποδιοργανώνει τους όρους του αποκλεισμού, αν λάβουμε υπόψη ότι η έλλειψη αυτής της νομικής ταυτότητας διαλύει κάθε άλλη ιδιότητα του ανθρώπινου υποκειμένου, το οποίο έτσι διολισθαίνει στη σφαίρα του μη ανθρώπου και της γυμνής ζωής.

Τα συντρίμμια της δυτικής πολυπολιτισμικότητας αποκαλύπτονται στις εξεγέρσεις των παρισινών μπανλιέ και των λονδρέζικων προαστίων. Από τη μια μεριά έχουμε την ανάδυση μιας ισλαμοφοβικής ρητορικής, είτε αυτή είναι ξεκάθαρα ακροδεξιά, είτε καλυμμένη μέσα σε ένα διαφωτιστικό μανδύα. Από την άλλη έχουμε αποκλεισμένους πληθυσμούς μέσα στις ευρωπαϊκές μητροπόλεις, οι οποίοι μέσα στην ασημαντότητα και το κενό νοήματος που παράγει η σύγχρονη βαρβαρότητα, στρέφονται σε θρησκευτικούς αρχαϊσμούς.

Οι νέοι Ευρωπαίοι που προσχωρούν στο ISIS και ταξιδεύουν στη Μέση Ανατολή για να συμμετάσχουν στα πεδία των μαχών και φυσικά οι τρομοκρατικές επιθέσεις στο Παρίσι και το Βέλγιο δείχνουν με τον πιο καθαρό τρόπο την ταυτοτική δυσφορία, μέσα στην οποία ζουν μεγάλα τμήματα του ευρωπαϊκού πληθυσμού.

Αυτό ήταν εν τέλει και το βασικότερο πρόβλημα της πολυπολιτισμικότητας. Ότι δεν έγινε ποτέ διαπολιτισμικότητα. Οι μεταναστευτικές κοινότητες των ευρωπαϊκών πόλεων και οι ντόπιοι πληθυσμοί δεν ήρθαν συνολικά σε μια ουσιαστική διάδραση, που να ξεπερνάει την προκατάληψη, τα στερεότυπα και (στην καλύτερη περίπτωση) τον κοσμοπολίτικο ή χίπστερ εξωτισμό. Υπερίσχυσαν τα αόρατα τείχη και η συμβίωση με όρους αμοιβαίας ανοχής και δεν έγινε προσπάθεια να αποκτήσουν κοινές αναφορές και αφετηρίες, να διαυγάσουν τον τρόπο που αντιλαμβάνονται το κοινό τους μέλλον, να συγκροτηθούν εν τέλει ως κοινωνία. Έτσι φαίνεται να έχουν δημιουργηθεί δύο ή περισσότεροι κόσμοι μέσα στις δυτικές πόλεις, κόσμοι που δε συναντιούνται μέχρι τις στιγμές εκείνες όπου συγκρούεται θεαματικά και βίαια ο ένας με τον άλλο.

Πώς τοποθετούμαστε εντός της πολιτικής αυτής συνθήκης

Κάπου εκεί βρίσκεται το πολιτικό μας καθήκον. Μέσα σε έναν κόσμο που μοιάζει ασύνδετος και διασπαρμένος, πρωταρχική μας πολιτική στόχευση είναι η δημιουργία των κοινωνικών δεσμών μέσα σε ένα σύγχρονο πλαίσιο αναδημιουργίας της κοινωνικής ζωής.

Οι καταλήψεις στέγης προσφύγων και μεταναστών (Νοταρά 26, Κάνιγγος, 5ο Λύκειο κτλ), η δημιουργία κοινοτήτων εγγύτητας με τους μετακινούμενους βάσει υλικών όρων, είναι και πρέπει να είναι το πολιτικό σχέδιο μας σήμερα. Οι πολιτικές διεργασίες στο εσωτερικό τους, η κινηματική παλίρροια που έφεραν ύστερα από μια περίοδο άμπωτης θα είναι αυτές που θα στελεχώσουν και τους πολιτικούς αγώνες τους μέλλοντος, παρακάμπτοντας για πρώτη φορά το σκανδαλώδες γεγονός ότι σε μια χώρα με τόσο μεγάλο ποσοστό μεταναστών, αυτοί με ελάχιστες εξαιρέσεις ήταν πάντοτε απόντες από τις κινηματικές διαδικασίες, οι οποίες φαίνονται σήμερα να καθορίζονται από την υποκειμενικότητα του νεολαίου ντόπιου ακτιβιστή.

Απέναντι στην τηλεοπτική ματιά που βλέπει τους πρόσφυγες μόνο ως θύματα, στην εξωτικοποίηση τους από τον αριστερό χώρο και από εκδοχές του αναρχικού χώρου που με τη βία ήθελε να τους προσδώσει απελευθερωτικά χαρακτηριστικά και να τους συγκροτήσει ως υποκείμενα (χωρίς τον ξενοδόχο πάντα), εμείς μέσω αυτών των διαδικασιών τους γνωρίζουμε και τους βιώνουμε σε καθημερινό επίπεδο. Κομμάτια του πλούτου του ταξιδιού τους εγγράφονται πάνω μας μέσα από τις κοινές μας συνελεύσεις, τις κοινές μας δράσεις, την προσπάθειά μας να διαχειριστούμε από κοινού τις ζωές μας και να οριοθετήσουμε τους κοινούς μας αντιπάλους, που είναι η εξουσία, η οποία παράγει τους πολέμους, την καταπίεση, το διαχωρισμό, την εξαίρεση. Αυτό είναι και το στοιχείο που δεν μπορούν να αντιληφθούν όλοι εκείνοι που βολεύονται με το να κατασκευάζουν φανταστικά υποκείμενα και να εναποθέτουν πάνω τους τα πολιτικά τους αδιέξοδα, την ίδια ώρα που καταγγέλλουν την κοινωνική εγγύτητα με τους μετανάστες ως “φιλανθρωπία”.

Όταν τον Ιούλιο του 2015 οι μετακινήσεις πληθυσμών κορυφώθηκαν, αντιληφθήκαμε εξαρχής ότι πρόκειται για μια από τις πιο σημαντικές πολιτικές εξελίξεις σε παγκόσμιο επίπεδο. Η διαδρομή των προσφύγων θα δημιουργούσε μια νέα πολιτική συνθήκη. Η συμμετοχή μας στις καταλήψεις στέγης αποσκοπούσε, εκτός φυσικά από την υλική βοήθεια και στην ανάδειξη διαφορετικών σημασιών γύρω απ’ το πώς μπορούμε να δομήσουμε κοινότητες που να περιλαμβάνουν τους μετανάστες, αποπροβληματοποιώντας αυτή τη νέα πολιτική συνθήκη και διαρρηγνύοντας μαζί με τους μετανάστες την κατάσταση εξαίρεσης.

Λέγαμε στο παρελθόν πως το νήμα που μας ενώνει με τους μετανάστες είναι, όχι μια αφηρημένη ταξική αλληλεγγύη, αλλά η ίδια η καταπίεση στην πιο γυμνή της μορφή, η ανατροπή της κατάστασης εξαίρεσης, ο αισθητός και όχι ο υπεραισθητός κόσμος. Όσα είπαμε παλιά ισχύουν, αλλά σήμερα πέρα από αυτό, μας ενώνει και κάτι πολύ πιο σημαντικό: οι δομές, τα εγχειρήματα, οι κοινοί αγώνες που χτίσαμε μαζί τους, η κοινή μας αναζήτηση για ανάσες ελευθερίας.

Αυτό που κάνουμε τώρα με τους πρόσφυγες-μετανάστες θα το κάναμε με τους Εβραίους, τους Τσιγγάνους, τους ομοφυλόφιλους όταν διώκονταν θανάσιμα από τα ναζιστικά κράτη. Θα τους παίρναμε στα σπίτια μας και στις καταλήψεις μας, ακριβώς για να γίνουμε ίσοι απέναντι στην εξουσία ανατρέποντας την συνθήκη του θανάτου. Για την ατομική και κοινωνική απελευθέρωση.

Comments are closed.